Ηπειρώτικη μουσική και μεράκια

      Περνώντας τα καλοκαίρια μου στα ορεινά των Γρεβενών και με έναν πατέρα λάτρη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής ήταν αδύνατο οι μουσικές μου επιρροές να διαφέρουν.

      Σε μικρή ηλικία δεν ήταν εύκολο να καταλάβω και να ταυτιστώ με αυτό το είδος μουσικής. Για μένα τα «κλαρίνα» ήταν συνυφασμένα με τη φασαρία από το δωμάτιο του πατέρα μου και τις αναρίθμητες κασέτες που μας συντρόφευαν σε κάθε ταξίδι με το αυτοκίνητο. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να μετατραπούν από απλά ακούσματα σε ψυχική έκφραση.

     Μου προξενούσε πάντα εντύπωση το «κέρασμα». Δεν καταλάβαινα σε μικρή ηλικία τι κερδίζει κάποιος πετώντας χρήματα και κάνοντας παραγγελιά ένα τραγούδι. Το ένιωθα περισσότερο σαν επίδειξη στους γύρω. Αργότερα άρχισα να καταλαβαίνω την έννοια μεράκι. Για μένα δεν έχει ορισμό, δεν εξηγείται και δεν αποτυπώνεται πουθενά, ούτε αποτιμάται.

    Θυμάμαι ένα περιστατικό όταν ακόμα ήμουν φοιτητής στο Ρέθυμνο. Η Κρήτη έχει υπέροχη παραδοσιακή μουσική αλλά τελείως διαφορετικά ακούσματα από αυτά που ζητούσα εγώ. Στο μαγαζί του Στρατή, ένα παλιό στέκι της τότε παρέας, εμφανίζεται ένα παλληκάρι που έπαιζε κλαρίνο και συνόδευε τον λυράρη σε κάποια τραγούδια. Του ζήτησα την Κοντούλα Λεμονιά και δεν μου αρνήθηκε με αποτέλεσμα ένα μαγαζί να κάνει χάζι τον τρελό που σκορπούσε το υπόλοιπο μηνιάτικό του στις τσέπες του οργανοπαίχτη.

    Δεν ξέρω αν μου λείπουν τα πανηγύρια αυτή την περίοδο που είμαστε περιορισμένοι. Οφείλω να παραδεχτώ ότι κατά πλειοψηφία έχουν χάσει το χρώμα τους. Οι καινούριοι μουσικοί αφήνουν το δικό τους ίχνος αλλά θεωρώ ότι είναι προσαρμοσμένο στον ακροατή και όχι στην ψυχική έκφραση του καλλιτέχνη.

     Μου λείπουν όμως τα «σναφικα» βραδάκια σε χωριά. Εκείνα τα αυτοσχέδια γλέντια που στήνονταν με το κλαρίνο και όσους είχαν διάθεση να ακολουθήσουν. Αυτό το αυθόρμητο και πηγαίο που αναδυόταν στην ατμόσφαιρα. Δεν μπορώ να ξεχάσω τι ακολουθούσε εκείνη τη γνωστή ατάκα του Νικόλα, «λάλα το ρε μπάρμπα το γ…ένο» τα φθινοπωρινά βράδια στο μαγαζί στους Φιλιππαίους, ούτε εκείνα τα απότομα βραδινά χτυπήματα στην πόρτα που σήμαινε ότι απλά κάποιοι «εν ευθυμία» ήρθαν να ξυπνήσουν τον πατέρα μου για να συνεχίζουν το γλέντι.

    Ένα μεράκι έκανε τον κόσμο να κλείνει τα μάτια και να χάνεται στις σκάλες του ηπειρώτικου τραγουδιού, να ταξιδεύει νοερά με τα δάχτυλα του οργανοπαίχτη στην ξενιτιά, στην αγάπη, στη φτώχια, στην απώλεια, σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Ένα μεράκι που τυχεροί όσοι το νιώθουν. Αυτό που σε κάνει να μην είσαι ο εαυτός σου για λίγο αλλά αυτός που θα ήθελες να ήσουν.

ΥΓ. Εγώ κι ο αδερφός μου είχαμε  την τύχη να δούμε τον πατέρα μας και από τις δυο πλευρές. Τον έχουμε συναντήσει μερακλωμένο και έχουμε δει κόσμο να βγάζει καημό και χαρά από την μουσική του. Είχαμε την χαρά να τον καμαρώσουμε σε διπλό ρόλο και θεωρώ πως είμαστε όντως τυχεροί.

Σχολιάστε

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑