Πάδες Ιωαννίνων

Το να διασχίζεις τη λάκκα του Αώου είναι μια ιστορία του βουνού από μόνη της. Η διαδρομή που ενώνει τη Βασιλίτσα με την Κόνιτσα καλύπτει μια απόσταση 62 χιλιομέτρων. Ένα από τα μεγάλα μου απωθημένα είναι να κάνω αυτή τη διαδρομή με χιόνια αλλά η αλήθεια είναι πως δεν το έχω τολμήσει ακόμα.

Η διαδρομή είναι εντυπωσιακή και διασχίζει πέντε χωριά(Δίστρατο, Άρματα, Πάδες,Παλιοσέλι και Ελεύθερο). Κάθε χωριό έχει το δικό του χρώμα, τη δική του υπόσταση, τον δικό του αέρα, την μοναδική του ομορφιά. Παρ όλ αυτά οι Πάδες πάντα με γοήτευαν περισσότερο από τα υπόλοιπα. Τράβηξαν το ενδιαφέρον μου από την πρώτη φορά και συνεχίζουν έστω κι αν πέρασαν τόσα χρόνια από τότε.

Αχ εκείνη η πρώτη φορά… Κατεβαίναμε με το ηρωικό FIAT από Βασιλίτσα προς Πάδες, έναν δύσκολο χωματόδρομο κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Λάσπη και πέτρες παντού και η φωνή της μάνας μου “Στέλιο, έχουμε και τα παιδιά μαζί… Που πάμε…” Μόνο που τα παιδιά είχαν κληρονομήσει το μικρόβιο από μικρά οπότε δεν ένιωθαν φόβο αλλά δέος από την ομορφιά και την επιβλητικότητα του τοπίου.

Οι Πάδες βρίσκονται περίπου στη μέση της διαδρομής. Είναι ένα χωριό κυριολεκτικά χαμένο μέσα στο πράσινο. Ένας στενός δρόμος το διασχίζει, στον οποίο απλά ελπίζεις να μη συναντήσεις όχημα από την απέναντι πλευρά. Χτισμένο υπό τη σκέπη του Σμόλικα και έχοντας θέα στις κορυφές της Τύμφης, το χωριό είναι απλά καταδικασμένο να το αγαπήσεις από την πρώτη στιγμή.

Τα περισσότερα σπίτια κρατάν το παραδοσιακό χρώμα και είναι σκεπασμένα από τσίγκια μιας και τα κεραμίδια στα ορεινά δεν είναι καθόλου πρακτικά λόγω χιονοπτώσεων. Το χωριό είναι απλωμένο γύρω από τον κεντρικό δρόμο. Στη μέση του χωριού βρίσκεται η υπερυψωμένη πλατεία του. Ανεβαίνοντας λίγα σκαλιά φτάνεις στα τραπέζια του καφενείου, έχοντας δίπλα σου την κεντρική και πανέμορφη εκκλησία του χωριού που είναι αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου, η οπόια χρονολογείται στα τέλη του 1700(1784). Αν έχεις το χρόνο να περπατήσεις το χωριό και τα πέριξ ,θα συναντήσεις αρκετά μικρότερα ξωκκλήσια.

Πρωινό καφεδάκι στην πλατεία, με θέα την Τύμφη(Γκαμήλα), γύρω από πολύχρωμες γλάστρες που στολίζουν την πλατεία.Δεν ξέρω αν είναι έργο του πολιτιστικού συλλόγου ή του ιδιοκτήτη του καφενείου αλλά δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Το αποτέλεσμα απλά σε χαλαρώνει. Λίγα μέτρα πιο κάτω, το παλιό,ερειπωμένο πια,σχολείο δείγμα κι αυτό της παρακμής του ορεινού όγκου. Η θετική εντύπωση προέρχεται από το μεράκι των περισσοτέρων κατοίκων που βρίσκονται αυτή την περίοδο στο χωριό καθώς όσοι μένουν εκεί έχουν περιποιημένα μπαχτσεδάκια για τα ζαρζαβατικά τους αλλά και για να γεμίζουν το χρόνο τους. Σύμφωνα με τον κυρ Γιάννη που μου έκανε παρέα στο περπάτημα “ κάθε πέρσι και καλύτερα. Κάθε χρόνο όλο και λιγοστεύουμε”.

“Θα κεράσω ένα τσιπουράκι στην αυλή μου;” “Να σαι καλά μπάρμπα αλλά έχω δρόμο και είναι νωρίς ακόμα” “ Εμ, έτσι θα ερημώσουμε ντιπ. Όλοι έρχονται και φεύγουν μετά από λίγο. Να σαι καλά παλληκάρι”. Δίκιο έχει, Είτε μειώνονται τα άτομα, είτε μειώνονται οι μέρες παραμονής στα χωριά μας πλέον λόγω υποχρεώσεων. Δεν ξεχνάμε όμως κι αυτό θα κρατήσει τη φλόγα ζωντανή. Καλή αντάμωση μπάρμπα Γιάννη στο όμορφο χωριό σου. Την επόμενη φορά θα ‘χουμε και κλαρίνο μαζί για να σου φύγουν τα μεράκια.

Σχολιάστε

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑