Η αγκαλιά της γιαγιάς …

Πρόσφατα,συχωρέθηκε ο παππούς μιας καλής μου φίλης.Συζητώντας λίγο, περισσότερο για να ξεφύγει από τη στεναχώρια της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το χωριό ποτέ δε θα είναι το ίδιο χωρίς τον παππού.

Δεν ήθελα να το παραδεχτώ πως έχει δίκιο.Έλεγα συνηθισμένα παρηγορητικά λόγια, για να αποφύγω να μπω στην ουσία. Τα λόγια της είχαν χτυπήσει, άθελά της, φλέβα.Η μία η γιαγιά μου έμενε κοντά στο σπίτι μας,στην ίδια γειτονιά και αντιλαμβανόμουν την παρουσία της διαφορετικά. Η έτερη, όμως,ζούσε στο χωριό,μόνη της. Όσο κι αν μου ήταν ευχάριστο να περνάω μέρες ολάκερες στο χωριό μου,με φίλους και ωραίες εικόνες, έχω πιάσει πολλάκις τον εαυτό μου να καταλαβαίνει ότι είχα συνδυάσει το χωριό με την κυρά Δήμητρα κι ότι η απώλειά της με δυσκόλευε,τουλάχιστον στην αρχή,στο να επισκέπτομαι τον τόπο μου.

Δεν είναι,εδώ που τα λέμε,πολύ παράξενο αυτό. 30 χρόνια σχεδόν,με το που στάθμευε το αυτοκίνητο το πρώτο πράγμα που με περίμενε ήταν η αγκαλιά της.Είτε μικρός σε ηλικία,είτε “παιδί της παντρειάς”, όπως συνήθιζε να λέει, η ζεστασιά ήταν ίδια.Είναι παράξενες οι σχέσεις γιαγιάδων εγγονών. Κρύβουν μαλώματα, συμβουλές,αγάπη και μια περίεργη αλληλεγγύη που καλύπτει την κατσάδα των γονιών.

Η πρωτη εικόνα ήταν η γιαγιά κατάκοπη και ιδρωμένη να τρέχει από τον κήπο που φρόντιζε,για να μας υποδεχτεί.Είχε ξυπνήσει αξημέρωτα για να μαγειρέψει,να ζυμώσει το ψωμί και να τα έχει όλα έτοιμα για τα παιδιά της,με εκελινο τον τρυφερό τρόπο που αντιλαμβανόταν μια γυναίκα της εποχής της τη φιλοξενία.

Αχ,ρε γιαγιά εκείνες οι μυρωδιές από τα φαγητά σου,στοιχειώνουν ακόμα τις αναμνήσεις μου.Εκείνα τα κεφτεδάκια με τη σάλτσα.Βούταγες το ψωμί στη σάλτσα και ένιωθες τη γεύση να σε πήμμυρίζει,τα κατημέρια σου που όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν πιστεύω ότι θα φάω ποτέ καλύτερα.Η χήνα που την περιτριγύριζες με μπάμιες και την έψηνες στη γάστρα της αυλής.

Δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνο το συνωμοτικό σου ύφος όταν με φώναζες για να μου δώσεις λίγα χρήματα για χαρτζιλίκι. Αυτή την κίνηση τη συνόδευε πάντα η επωδός “δεν έχω άλλα παιδάκι μου,είναι φτωχιά η γιαγιά” και ξαφνικά ένιωθες ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου.

Αχ, κυρά Δήμητρα,δεν πήρα ποτέ το πτυχίο μου,το παράπονό σου. Δεν έγινα ποτέ ο επιστήμονας που ονειρευόσουν.Έμαθα όμως τόσα πράγματα από σένα ώστε να μου λείπει ακόμα και τώρα η αγκαλιά σου και η ασφάλεια που ένιωθα μέσα της. Δεν θα αφήσω ποτέ τις μυρωδιές σου και τις εικόνες σου να φύγουν από μέσα μου. 🙂

Σχολιάστε

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑