Φιλιππαίοι Γρεβενών

«Α, ρα τ δάσκαλου το παιδι το μικρό δεν είσαι;Τι Μισουλούρ μ’ λες; Απ’ τς Φιλππαίοι είσαι.”

Με το συχωρεμένο τον μπάρμπα Νάσιο τον Ρόβα δεν τα έβαζες εύκολα, δεν σήκωνε και πολλές αντιρρήσεις άλλωστε. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια δεν υπήρχε λόγος να διαφωνήσεις καθώς είχε απόλυτο δίκιο. Όσο και να αγαπώ το Μεσολούρι, ο τόπος καταγωγής μου είναι οι Φιλιππαίοι Γρεβενών, το χωριό που λατρεύει ο πατέρας μου σαν να μην υπάρχει όμοιό του στον κόσμο.

Στα ορεινά των Γρεβενών, αμφιθεατρικά χτισμένοι απέναντι από την Βασιλίτσα, σε υψόμετρο 1220 μέτρα βρίσκονται οι Φιλιππαίοι, ίσως το χωριό με την ωραιότερη θέα στην περιοχή καθώς δεν κλείνει το μάτι πουθενά και μπορεί να περιπλανηθεί σε όποια κατεύθυνση θέλει. Στην κοινότητα Φιλιππαίων περιλαμβάνεται και ο οικισμός της Αετιάς (Τσούριακα).

Νομάδες κτηνοτρόφοι οι περισσότεροι κάτοικοι, ανέβαζαν τα πρόβατα την άνοιξη στο χωριό και επέστρεφαν στα χειμαδιά προς το τέλος Οκτώβρη. Λάτρευα από μικρός τις ιστορίες για το πως ανέβαζε τα πρόβατα η οικογένειά μου στο χωριό από την περιοχή της Ελασσόνας με τα πόδια. Μου φαινόταν τόσο ξένο για την εποχή που μεγάλωσα αλλά τόσο γοητευτικό. Νοερά ακολουθούσα τα μονοπάτια και τα γιατάκια των προγόνων μου.

Η πλατεία του χωριού έχει ανεμπόδιστη θέα προς τη Βασιλίτσα.Παλιότερα υπήρχαν δυο καφενεία για να εξυπηρετούν τους κατοίκους. Εδώ λάμβαναν χώρα οι μουσικές εκδηλώσεις που συνόδευαν το πανηγύρι του χωριού, στις 14 και 15 Αυγούστου.Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το παλιό σχολείο και δίπλα ο κεντρικός ναός του χωριού, αφιερωμένος στον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Περιδιαβαίνοντας το χωριό θα συναντήσεις αρκετές βρύσες(του Παλάσκα, το Πέρα πηγάδι, το Κάτω πηγάδι, τη Ντουίνια).

Λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, στο δρόμο προς τα βλαχοχώρια συναντάς την περιοχή Κουρούνα. Για πολλά χρόνια λειτουργούσαν εδώ παιδικές κατασκηνώσεις. Ακόμα θυμάμαι τον φύλακα, τον κυρ Παναγιώτη να μας “αποπαίρνει” όταν προσπαθούσαμε να τρυπώσουμε κρυφά μέσα. Στην Κουρούνα μαζεύονται οι κάτοικοι του χωριού ανήμερα Δεκαπενταύγουστο πρωί για τη λειτουργία της εκκλησίας της Παναγιάς και να μοιραστούν φαγητό που προσέφερε η κοινότητα με συνοδεία οργάνων.

Ένα χωριό που το έζησα περισσότερο τη φθινοπωρινή περίοδο, στο καφενείο του Νίκου, δίπλα στο τζάκι με συνοδεία την προβατίνα και το κλαρίνο του πατέρα μου. Μνήμες από το αντάμωμα που μας έβρισκε ξενυχτισμένους, να προσπαθούμε να σύρουμε τα πόδια μας, το κλείσιμο του πανηγυριού στον Μότσιο με τα τελευταία ποτά, βουτιές στον καταρράκτη της Τσούριακας και το μόνιμο δούλεμα από τα ξαδέρφια που προτίμησα να ζω “κάτω στα κνούπια, στον κάμπο στο Μισουλούρ”. Στιγμές που δεν ξεχνάς ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Σχολιάστε

Ιστότοπος Powered by WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑